Sectarist Sec"ta*rist, n. A sectary. [R.] --T. Warton. [1913 Webster]

The Collaborative International Dictionary of English. 2000.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • sectarist — index pariah Burton s Legal Thesaurus. William C. Burton. 2006 …   Law dictionary

  • sectarist — sec·ta·rist …   English syllables

  • sectarist — noun a member of a sect most sectarians are intolerant of the views of any other sect • Syn: ↑sectarian, ↑sectary • Derivationally related forms: ↑sectarian (for: ↑sectarian) …   Useful english dictionary

  • pariah — I noun castaway, deportee, derelict, exile, expatriate, fugitive, heretic, offender, outcast, outlaw, outsider, proscribed person, rebel, renegade, scab, sectarist, sectary, tergiversator II index derelict Burton s Legal Thesaurus. William C.… …   Law dictionary

  • σεκταριστής — ο, θηλ. σεκταρίστρια, Ν 1. οπαδός ή μέλος σέκτας 2. άτομο με σεκταριστικές απόψεις και αντιλήψεις, άτομο προσκολλημένο στον σεκταρισμό 3. αιρετικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. sectarist (βλ. λ. σεκταρισμός, σέκτα)] …   Dictionary of Greek

  • σεκταριστικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη σέκτα 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον σεκταρισμό και στον σεκταριστή 3. (κατ επέκτ.) αιρετικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. sectarist (βλ. λ. σέκτα)] …   Dictionary of Greek

  • Heterodoxy — (Roget s Thesaurus) >Sectarianism. < N PARAG:Heterodoxy >N GRP: N 1 Sgm: N 1 heterodoxy heterodoxy Sgm: N 1 error error &c. 495 Sgm: N 1 false doctrine false doctrine heresy schism Sgm: N 1 schismaticism schismaticism …   English dictionary for students

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”